Ο Ιπποκράτης, τον 4ο αιώνα π.Χ., παρατήρησε τις ομοιότητες με το εξάνθημα που προκύπτει μετά από την επαφή του δέρματος με τσουκνίδα και ονόμασε την πάθηση κνίδωση. Ο όρος urticaria, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη νόσο στα λατινικά, προτάθηκε για πρώτη φορά από τον William Cullen το 1769. Τον 18ο αιώνα, ο Heberden περιέγραψε τους πομφούς ως «μικρά επάρματα του δέρματος, που μοιάζουν με το εξάνθημα που προκαλεί η τσουκνίδα
Το 15-25% του γενικού πληθυσμού θα παρουσιάσει έστω και μία φορά στη ζωή του οξεία ή χρόνια κνίδωση ή και αγγειοοίδημα. Η κνίδωση μπορεί να παρατηρηθεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Η οξεία μορφή είναι πιο συχνή σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες, ενώ η χρόνια μορφή αφορά πιο συχνά γυναίκες μέσης ηλικίας. Η επίπτωση της κνίδωσης σε παιδιά προσχολικής ηλικίας υπολογίζεται στο 6-7%, ενώ σε αυτά με ατοπική δερματίτιδα το ποσοστό ανέρχεται στο 17%.
ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Ο πομφός αποτελεί την χαρακτηριστική βλάβη της κνίδωσης. Χαρακτηρίζεται από μια περιγεγραμμένη ερυθηματώδη επηρμένη πλάκα του δέρματος, με επιφανειακό οίδημα και συνοδό αίσθημα κνησμού ή καύσου. Οι πομφοί είναι συνήθως μαλακοί, περιβάλλονται από ερυθρή άλω και αποχρωματίζονται με την πίεση. Μικροί πομφοί μπορεί να περιβάλλονται από μία λευκωπή άλω.
Το εξάνθημα στη χρόνια και οξεία κνίδωση μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος.
- Στην κνίδωση εξ επαφής εντοπίζεται στην περιοχή έκθεσης.
- Στην περίπτωση των φυσικών κνιδώσεων, οι πομφοί αναπτύσσονται κατά κανόνα σε εκτεθειμέναμέρη του σώματος μέσα σε σχετικά μικρό διάστημα από συγκεκριμένο εκλυτικό παράγοντα (με εξαίρεση την επιβραδυνόμενη κνίδωση εκ πιέσεως). Το μέγεθος των πομφών κυμαίνεται από λίγα χιλιοστά, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στην χολινεργική κνίδωση, ως αρκετά εκατοστά και μπορεί να είναι μεμονωμένοι ή να συρρέουν σχηματίζοντας μεγαλύτερες πλάκες που δίνουν την εικόνα γεωγραφικού χάρτη.
Το μέγεθος των πομφών θεωρείται ότι σχετίζεται θετικά με τη βαρύτητα της κνίδωσης και αρνητικά με την ανταπόκριση στη θεραπεία. Στις φυσικές κνιδώσεις οι πομφοί αποδράμουν πολύ γρήγορα, ακόμα και σε λιγότερο από μία ώρα, με εξαίρεση την περίπτωση της επιβραδυνόμενης κνίδωσης εκ πιέσεως, ενώ στη χρόνια κνίδωση ένας μεμονωμένος πομφός διαρκεί αρκετές, αλλά συνήθως όχι περισσότερες από 24 ώρες. Η μεγαλύτερη διάρκεια θα πρέπει να εισάγει στη διαγνωστική σκέψη τη διάγνωση της κνιδωτικής αγγειίτιδας.
Ο κνησμός περιγράφεται από τους ασθενείς ως το πιο βασανιστικό σύμπτωμα της κνίδωσης με αρνητικό αντίκτυπο στις καθημερινές δραστηριότητες, τον ύπνο και γενικότερα την ποιότητα ζωής. Η ένταση του κνησμού παρουσιάζει ημερήσια διακύμανση και φτάνει στο μέγιστό της συνήθως τις απογευματινές και βραδινές ώρες. Συμπτώματα, όπως κακουχία, πυρέτιο, αρθραλγίες, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, flushing, μπορεί σπάνια να συνοδεύουν την οξεία και χρόνια κνίδωση, είναι όμως συχνότερα στην κνιδωτική αγγειίτιδα.
- Το αγγειοοίδημα είναι εντοπισμένο, αιφνίδιο, παροδικό και ενίοτε υποτροπιάζον οίδημα του χορίου και του υποδορίου. Μπορεί να εντοπίζεται σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά είναι πιο συχνό στα χείλη, περιοφθαλμικά, στα έξω γεννητικά όργανα, στις παλάμες και στα πέλματα και είναι κατά κανόνα ασύμμετρο. Συνήθως διαρκεί περισσότερο από τους πομφούς και τυπικά από 24 έως 72 ώρες.
Μπορεί να συνυπάρχει κνησμός, είναι όμως σαφώς ηπιότερος από ό,τι στην κνίδωση και συνήθως συνοδεύεται από αίσθημα καύσους ή άλγους. Μεμονωμένο αγγειοοίδημα παρατηρείται στο 10% των ασθενών με κνίδωση, θα πρέπει όμως να αποκλεισθεί η περίπτωση κληρονομικής ή επίκτητης ανεπάρκειας του αναστολέα της εστεράσης του πρώτου κλάσματος του συμπληρώματος (C1 esterase inhibitor Α. Λειυτουργικός Β. Ποσοτικός - C1q).
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η θεραπεία της χρόνιας κνίδωσης, καταρχήν περιλαμβάνει την αναγνώριση και αντιμετώπιση του υποκείμενου ερεθιστικού παράγοντα ή πάθησης που μπορεί, αιτιολογικά, να συσχετίζεται με την κνίδωση. Στις περιπτώσεις που δεν ανευρίσκεται εκλυτικός παράγοντας, η θεραπεία επιλογής είναι η χορήγηση αντιισταμινικών φαρμάκων, κυρίως αυτών που ανήκουν στη λεγόμενη δεύτερη γενιά. Πρόκειται για ασφαλή φάρμακα, που συχνά είναι απαραίτητο να δοθούν σε μεγάλες δόσεις και μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου να ελεγχθεί η συμπτωματολογία.
Εφόσον τα αντιισταμινικά δεν επαρκούν, φάρμακα που μπορούν να προστεθούν είναι τα αντιλευκοτριενικά (επίσης ασφαλή φάρμακα) και η κυκλοσπορίνη (έχει ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να επιφέρουν ύφεση (όχι ίαση) της πάθησης, αλλά προτιμάται η σύντομη και περιορισμένη χορήγησή τους κατά τις εξάρσεις, λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Για τη θεραπεία της χρόνιας κνίδωσης ένα ειδικό φάρμακο με το όνομα ομαλιζουμάμπη (omalizumab, Xolair) έχει εξαιρετικά αποτελέσματα. Η ενδεχόμενη χορήγησή του γίνεται μόνο με τη σύσταση ειδικού ιατρού αλλεργιολόγου.